- ἀνεξαριθμητος
- ἀν-εξ-αριθμητος, nicht aufzuzählen
Wörterbuch altgriechisch-deutsch . 2010.
Wörterbuch altgriechisch-deutsch . 2010.
ανεξαρίθμητος — ἀνεξαρίθμητος, ον (Α) ο αναρίθμητος … Dictionary of Greek
ἀνεξαρίθμητον — ἀνεξαρίθμητος not to be counted masc/fem acc sg ἀνεξαρίθμητος not to be counted neut nom/voc/acc sg … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
ἀνεξαρίθμητα — ἀνεξαρίθμητος not to be counted neut nom/voc/acc pl … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
ἀνεξαρίθμητοι — ἀνεξαρίθμητος not to be counted masc/fem nom/voc pl … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)